• - Αμνήμων -

    – κάτι, κάπου, κάποτε –

    – Δεν είχαν δοκιμάσει τον συνδυασμό των πρωινών επιθυμιών τους με την συν διαλογή του εξαερισμού της συνείδησης τους με την υπόσταση των ονείρων τους. «ζήτησε, να μεταβάλλουμε το κατώφλι ακουστότητας μας» είπε η γαρδένια « και ύστερα μας χρησιμοποίησε σαν παλλόμενα ελατήρια, δένοντας τα άκρα μας με τρόπο φρικτό στην μια γωνία του κέντρου της φύσης και στην άλλη κινούμενη βάτο του αιωρούμενου σύμπαντος». – Μην κατακρίνεις τις επιλογές των συμβαλλόμενων επιθυμιών, διεγείρουν τις εκφάνσεις, κι εκείνους με τις χείριστες προδιαγραφές αποβάλουν. Θέτουν προτεραιότητες. Αν αποζητάς κάτι, μάθε να δουλεύεις εσύ με εσένα για εσένα. Δεν βλάπτει το να…