___ “όμορφη νύχτα”,είπε η Έλα“σανκάποιο καλοκαίριθυμάμαιχρωμάτισα το φθινόπωρογιατί φθινόπωρο ζούσαλίγο πριν το χειμώναζήτησα από τον ήλιο μια αγκαλιάκι ύστερα κατέλαβα το φως μουορους και ουσίες είδαδιάβασα για κόσμους καινούριουςλέγαν πως μόνο αν τη στεριάαπ’ τα μάτια σου χάσειςθα βρεις τη στεριά τουςΑπό ακτή σε ακτή πέρα κοιτούσατην ακτή προσπαθονταςαπ’ τα μάτια μου να χάσωτην ύστερη στιγμή με συνέλαβαντα δεσμά μουκι έδιωξα, μακριά έμειναείπα δεν θα σε λέω πια ακτή μουΚι ακτές πολλές βρήκα, κι ας μημε λόγια ακτή την είπαπέρα κοιτούσαθάλασσα μονάχα έβλεπαΚάλιο να θαρρείς πως ακτή δεν έχεις,και στην ακτή να ζεις,παρά να λες πως τις ακτές σου έχειςκι ακτές…
-
-
___ ένας στρόβιλος απελπισμένων στιγμών με παρασέρνει εγώ μια σκέψη, γίνομαι ένα με το λίγο πριν ή το μετά τους έχω τη δύναμη να σκεβρώσω σαν ύλη να μεταβάλλω τη ροή τους, από έλλειψη σε έλλειψη να μεταπηδώ να βρίσκω λύσεις να τρέπω σε φυγή να αλλάζω δεν φοβάμαι ο στρόβιλος σβήνει, ρέουν στιγμές ταξιδεύουν υπάρχω μέσα σε όσα ήλθαν